Πώς θα ανοίξει το «μαύρο κουτί» του νόμου Κατσέλη

Την ανάγκη συνολικής επανεξέτασης του νόμου Κατσέλη, στο πλαίσιο της τέταρτης αξιολόγησης του προγράμματος, επισημαίνουν, για άλλη μια φορά οι τραπεζίτες, προκειμένου να ανοίξει το «μαύρο κουτί» μη εξυπηρετούμενων δανείων, που προσεγγίζουν τα 18 δισ. ευρώ, και να επιτραπεί ο διαχωρισμός όσων πραγματικά πληρούν τα κριτήρια, σε σχέση με όσους εκμεταλλεύονται τις διατάξεις του.

Απαλλαγή από χρέη, Τράπεζες, Δάνεια, πιστωτικές  

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν οι τραπεζίτες, κατά τη διάρκεια χθεσινού forum για τα ελληνικά και κυπριακά μη εξυπηρετούμενα δάνεια (The Investors Conference on Greek & Cypriot NPLs), το οποίο διοργάνωσε η Information Management Network (IMN), το ύψος των δανείων που έχουν λάβει -προσωρινή- προστασία από το νόμο 3869 πλησιάζει στα 18 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για οφειλές που ανήκουν σε περίπου 220 χιλ. δανειολήπτες, με τους μισούς εξ αυτών να χρωστούν σε τουλάχιστον δύο τράπεζες. Αποτέλεσμα του δυσθεώρητου όγκου αιτήσεων είναι ο μέσος χρόνος εκδίκασης να διαμορφώνεται στα 9 έτη (!), προκαλώντας έμφραγμα στα δικαστήρια και πυροδοτώντας κύμα στρατηγικών κακοπληρωτών, οι οποίοι υποβάλουν αίτηση, ενώ δεν πληρούν τα κριτήρια, για να κερδίσουν χρόνο έναντι των τραπεζών.

Τα παραπάνω στοιχεία επιβάλλουν, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, τη συνολική επανεξέταση των διατάξεων του νόμου. Οδηγός για τις αλλαγές θα πρέπει, σύμφωνα με τους ίδιους, να αποτελέσει ο έλεγχος των αιτήσεων, για το αν πληρούν ή όχι τα κριτήρια προσωρινής προστασίας, κατά την υποβολή τους και η ταχύτερη απώλεια προστασίας για όσους σταματούν να εξυπηρετούν τη ρύθμιση που «κέρδισαν» στο δικαστήριο.

Στο παραπάνω πλαίσιο, η Ελληνική Ένωση Τραπεζών (ΕΕΤ) έχει καταθέσει σχετικό σχέδιο, που μεταξύ άλλων προβλέπει, σύμφωνα με πληροφορίες, τις εξής αλλαγές:

– Τον έλεγχο της αίτησης υπαγωγής σε καθεστώς προσωρινής προστασίας μέσω του υφιστάμενου μηχανισμού της εξωδικαστικής διευθέτησης. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει τον άμεσο διαχωρισμό όσων πληρούν τα κριτήρια και δικαιούνται προσωρινής προστασίας από όσους προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις διατάξεις του νόμου για να κερδίσουν χρόνο. Θα δώσει επίσης την ευχέρεια στις τράπεζες να προσφέρουν σε όσους πληρούν τα κριτήρια προγράμματα ρύθμισης με διαγραφή μέρους της οφειλής.

– Κατάργηση της δυνατότητας αναστολής των καταδιωκτικών μέτρων, με την υποβολή και μόνο της αίτησης υπαγωγής στον νόμο, και έλεγχος του αριθμού των αιτήσεων που μπορούν να υποβληθούν από έναν δανειολήπτη.

– Ορισμός του δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση, με βάση την κύρια κατοικία του οφειλέτη. Έτσι, θα περιοριστεί το φαινόμενο επιλογής του δικαστηρίου από τον οφειλέτη, που έχει οδηγήσει σε συσσώρευση αιτήσεων στα δικαστήρια που θεωρείται ότι διάκεινται ευνοϊκά στους δανειολήπτες (π.χ. Ειρηνοδικεία στην περιφέρεια), έναντι αυτών που θεωρούνται αυστηρότερα (π.χ. Ειρηνοδικείο Αθήνας).

– Κατάργηση της τριετίας, στην οποία διαγράφονται τα χρέη από καταναλωτικά δάνεια ή κάρτες, σε περίπτωση που έχει ρυθμιστεί στεγαστικό δάνειο του ίδιου οφειλέτη. Η διαγραφή της οφειλής από τα υπόλοιπα χρέη να γίνεται με την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, δηλαδή έως τα είκοσι χρόνια.

– Η αυστηροποίηση των κριτηρίων του νόμου, με προβλέψεις, όπως η απώλεια της προστασίας για όσους σταματούν να εξυπηρετούν τη ρύθμιση, που αποφάσισε το δικαστήριο. Ο νόμος Κατσέλη, όπως τροποποιήθηκε το 2015 ( ν. 4336/2015), επιτρέπει στις τράπεζες να κινήσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την πρώτη κατοικία, εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί την καταβολή δόσεων της ρύθμισης, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικά την αξία τεσσάρων μηνιαίων δόσεων ετησίως.

Για να αρθεί, όμως, η προστασία και να κινηθούν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, θα πρέπει να υπάρξει απόφαση δικαστηρίου, που να ακυρώνει την προηγούμενη. Με βάση τους σημερινούς αργούς χρόνους απονομής δικαιοσύνης (σ.σ. ορίζονται δικάσιμοι ως και το 2030!), η παραπάνω κίνηση είναι εξαιρετικά χρονοβόρος και οι τράπεζες ζητούν να προβλεφθεί μια διαδικασία… fast track για όσους σταματούν να εξυπηρετούν τη ρύθμιση.

Περίπου το 40% με 45% των αιτήσεων, είτε δεν φθάνει ποτέ σε ακρόαση στο δικαστήριο, είτε η αίτηση προστασίας απορρίπτεται από τον ειρηνοδίκη. Επιπρόσθετα, περίπου ένας στους τρεις που κερδίζει απόφαση δικαστηρίου για ρύθμιση με διαγραφή μέρους της οφειλής σταματά να την εξυπηρετεί.